Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ (ΜΠΕΜΠΗΣ) : Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΟΥ












Όσοι ακούνε ελληνική λαϊκή μουσική δεν υπάρχει περίπτωση να μη γνωρίζουν τον μεγάλο Μανώλη Χιώτη. Ένα δεξιοτέχνη , εκπληκτικά γρήγορο παίκτη και αναμορφωτή του μπουζουκιού. Ο Χιώτης είναι αυτός που πρόσθεσε την 4η χορδή στο μπουζούκι και του άλλαξε τελείως την φυσιογνωμία και τον ήχο, δίνοντας μεγάλες δυνατότητες στον οργανοπαίχτη να ξεδιπλώσει το ταλέντο του αφού ουσιαστικά το μετέτρεψε σε κιθαρομπούζουκο. Ο Χιώτης πέρα από το ότι ανέβασε ένα τουλάχιστον επίπεδο το μπουζούκι , που πολλοί παλιοί ρεμπέτες δεν του συγχώρησαν ποτέ αυτή την παρέμβαση στο όργανο, θεωρείται ο κορυφαίος και αξεπέραστος μπουζουξής.
Είναι όμως αυτό αληθές;


Υπάρχει ένας οργανοπαίκτης που ο χρόνος τον τύλιξε με το πέπλο της λησμονιάς. Θέλετε γιατί πέθανε πολύ νέος, θέλετε γιατί ηχογράφησε ελάχιστα (μόλις 20 τραγούδια- κομμάτια) από μια ακατανόητη αντίληψη προς τις ηχογραφήσεις, «Εμένα δε θα με κάνετε γραμμόφωνο. Όποιος θέλει να με ακούσει να έρθει στο μαγαζί που δουλεύω»έλεγε. Θέλετε ότι ο δύσκολος και αντιεμπορικός χαρακτήρας τον έθεσε στο περιθώριο ή μήπως υπήρξε θύμα του ταλέντου του αφού το παίξιμο του σκόρπαγε τρόμο στους ομότεχνους του ; Το γεγονός είναι ότι παραμένει άγνωστος και δεν έχει την αναγνώριση που του πρέπει. Ο λόγος για τον Δημήτρη «Μπέμπη» Στεργίου.
 Ο Μπέμπης όπως ήταν γνωστός στην πιάτσα ήταν ένα μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, ίσως ο μεγαλύτερος της γενιάς του. Έπαιζε με την ίδια ευκολία μπουζούκι, κιθάρα, μαντολίνο. Μάλιστα ο Γιάννης Σταματίου (Σπόρος) είχε δηλώσει ότι όταν ο Μπέμπης έπιανε στα χέρια του το μπουζούκι ή την κιθάρα τα εξαφάνιζε.
Γνωστές ήταν οι μουσικές κόντρες με τον Μανώλη τον Χιώτη, με τον οποίο τον συνέδεε μια μεγάλη φιλία, για το ποιος θα παίξει πιο γρήγορα.
Ο Χιώτης θα πει για την ταχύτητα του Μπέμπη και βάζει με αυτή τη δήλωσή του τα πράγματα στη σωστή τους θέση: «Τα δάκτυλά μας τρέχουνε όσο μπορούνε, του Μπέμπη όμως όσο θέλει»
Το 1956 ηχογραφεί το θρυλικό «Πενιές του Μπέμπη».Ακούγοντάς κανείς μπορεί εύκολα να αντιληφθεί το μεγαλείο του Μπέμπη στο ταξίμι στην αρχή όσο και την επιρροή του από την κλασσική μουσική στο allegro θέμα που ακολουθεί.(ίσως ο μοναδικός μπουζουξής που ήξερε να διαβάζει παρτιτούρα αφού είχε λάβει εκπαίδευση κλασσικής μουσικής από μικρή ηλικία σαν γόνος ευκατάστατης οικογένειας με μουσική παιδεία. Ο πατέρας του Σπύρος έπαιζε πιάνο, βιολί, κιθάρα μπάντζο, μαντολίνο και συμμετείχε σε πολλά σύνολα της ορχήστρας του Δημοτικού θεάτρου του Πειραιά. Ο Μπέμπης είχε τελειώσει το Εμπορικό Γυμνάσιο, με σκοπό να φοιτήσει στη Νομική. Αλλά ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα του τον ανάγκασε για βιοποριστικούς να στραφεί στη μουσική.)

Το 1959 θα φύγει για την Αμερική αλλά ο τρόπος ζωής είναι αταίριαστος με τον χαρακτήρα του. Θα βρει καταφύγιο στο ποτό. Επιστρέφει στην Ελλάδα κατεστραμμένος . Κανείς δεν του δίνει δουλειά και καταντάει φάντασμα του εαυτού του. Νοσηλεύεται αρκετές φορές στο Κρατικό Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων στο Δαφνί, προσπαθώντας να απαλλαγεί από τον εφιάλτη του ποτού. Δεν τα κατάφερε όμως και στις 24 Δεκέμβρη του 1972, μετά από άλλη μια εισαγωγή του σε κωματώδη κατάσταση, αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 45 ετών.



Θα κλείσω αυτό το άρθρο με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Άλτη : Λαϊκά Πορτρέτα Ι (εκδόσεις Μετρονόμος) όπου περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο μια «μονομαχία» Χιώτη- Μπέμπη:

«Με τον Χιώτη ήταν πολύ φίλοι αλλά κοντραριζόντουσαν συνέχεια. Όταν δουλέψανε μαζί στο «Πιγκάλς» κάνανε αγώνα δρόμου. Ο Χιώτης ήταν και αυτός μεγάλος μάγκας και μεγάλος εγωιστής. Θυμάμαι μια φορά καθόμασταν μαζί με τον Μπέμπη στου Μάριου, στην Ίωνος, πίναμε καφέ και μπαίνει μέσα ο Χιώτης. Παίρνει και αυτός έναν καφέ και κάθεται μαζί μας. Εγώ κατάλαβα ότι ο Μπέμπης είχε έναν εκνευρισμό. Μέσα στο καφενείο ήταν ο Τσιτσάνης, ο Χρήστος ο αδερφός του, ο Μπάτης, ο Κερομύτης, ο Ζαμπέτας, ο Λαύκας, ο Μητσάκης, ο Λουκάς Νταράλας, όλοι οι μπουζουξήδες. Του λέει ο Μπέμπης του Χιώτη σε μια στιγμή: «δεν παίρνεις την κιθάρα να με ακομπανιάρεις;» «γιατί;» του λέει ειρωνικά ο Χιώτης, «δεν ακομπανιάρεις εσύ να παίξω εγώ;» . «Εντάξει» λέει ο Μπέμπης. Παίρνει την κιθάρα και αρχίζουν. Παίζει, παίζει ο Χιώτης, από πίσω ακολουθεί ο Μπέμπης.
Αφού έπαιξε αρκετή ώρα, κάποια στιγμή τελειώνει. «Τώρα» του λέει ο Μπέμπης, «πάρε την κιθάρα να παίξω εγώ μπουζούκι». Και πλακώνεται ,τον είχε πιάσει τρέλα, έπαιζε μανιασμένα. Όλο το καφενείο είχε ξεραθεί, δεν μίλαγε κανένας. Μόνο το μπουζούκι ακουγότανε και μια κιθάρα που προσπαθούσε να το ακολουθήσει.Άλλαζε συνέχεια δρόμους και ακόρντα. Σε μια στιγμή σταματάει, σηκώνεται όρθιος ο Χιώτης, του δίνει το χέρι και του λέει: «Μπράβο ρε Δημήτρη». Όλοι είχαν παγώσει. Ο Χρήστος ο Τσιτσάνης φόρεσε τη τραγιάσκα του και βγήκε έξω από το μαγαζί αμίλητος, σαν μα μην ήθελε τη ζωή του μετά από αυτό που άκουσε. Οι Τσιτσάνηδες ήταν μεγάλα ονόματα τότε…» 

Ο Βαγγέλης Περπινιάδης  στη βιογραφία του αναφέρει:

" Οταν έλεγε το "Χάρο τον αντάμωσα", σου ράγιζε η ψυχή. Γέμιζα ένα μαγαζί, στον Παυλογιάννη στην Αμερική, για να ακούσει τον Μπέμπη να λέει τον "Χάρο". Είναι μερικοί τραγουδιστές που με την ερμηνεία τους βάζουν τη σφραγίδα τους, την υπογραφή τους, μην αφήνοντας περιθώριο για άλλες εκτελέσεις. Έτσι γινόταν με τον Μπέμπη και το " Χάρο" "

Το τραγούδι είναι του Τούντα. Εδώ το τραγουδά ο Μπέμπης που φυσικά παίζει και μπουζούκι. Προσέξτε πόσο καθαρές είναι οι νότες ανεξάρτητα με την ταχύτητα με την οποία τις παίζει. Άλλο ένα χαρακτηριστικό δείγμα της δεξιοτεχνίας του Μπέμπη. 
https://youtu.be/wWPmGXuoo4Y


Εικάζεται ότι το παίξιμο στο συγκεκριμένο τραγούδι τρόμαξε πολλούς από τους ομότεχνούς του και του έκλεισε τις πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών.



Ακούστε ένα απόσπασμα από την εκπομπή του αείμνηστου Πάνου Γεραμάνη: 
https://youtu.be/b8JcUL7G3B8




Δισκογραφία:

  








πηγές: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΤΗΣ : ΛΑΪΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ Ι  εκδόσεις Μετρονόμος
           ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗΣ :ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ  εκδόσεις Προσκήνιο
           www.discogs.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου